Τα γραπτά μένουν! (Δυστυχώς)

Ένα κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου από το χθες: 22 Ιουλίου 2006

Διαβάστε χωρίς σχόλια παρακαλώ:

Έγραψε:

Να σας εξομολογηθώ και κάτι: τίποτα δεν πιστεύω από όσα λέω. ‘Η μάλλον τα πιστεύω όσο διαρκεί η πληκτρολόγηση της φράσης. Τόσες γνώμες, τόσα αξιώματα -εμένα, οι δικές μου βεβαιότητες έχουν αναιμία. Εχουν φθίση. Εχουν χτικιό. Τις λέω επειδή κάτι πρέπει να πω, που να έχει κάποια στρογγυλότητα, κάποια πειθώ, να ανταποκρίνεται στο κύρος της εφημερίδας.

Δεν τραβάω κανένα ζόρι εάν οι αναγνώστες μου διαφωνούν ευθέως. ‘Η ριζικώς.

Ολοι ζούμε βουτηγμένοι στην αμαρτία. Και ολωνών το βόλι σφάλλει, αφού όλα όσα κερδίζουμε (φιλιά, αγάπες, οικογένειες, φίλοι, λεφτά) αθροίζονται σε μια εξωφρενική χασούρα.

Οταν βλέπω ανθρώπους να σφαδάζουν μια ζωή καθηλωμένοι στην ίδια ακριβώς ιδέα, λέω ότι είτε πρόκειται περί ζώων που τίποτα δεν τους μαθαίνει η ζωή είτε βγάζουν λεφτά από αυτό το έιδος νεκρικής ακαμψίας, που τόσο έξω είναι από τους νόμους της ζωής. Αλλάζω κι αντιφάσκω διαρκώς, προκειμένου να μείνω σταθερός στα πράγματα που αξίζουν.

Π.χ. αν θέλω να υπερασπίσω την ιερή φιλία, σήμερα θα κάνω και θα πω κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνο που έκανα και είπα χθες. Αν θέλω σήμερα να υπερασπίσω κάποια κοινωνική μου ευαισθησία, εννοείται ότι θα αλλάξω ιδεολογία, αφού οι ιδεολογίες πεθαίνουν ή μετεξελίσσονται με την ταχύτητα που ανθούν οι νέοι παρτάκηδες. Σε ένα δάσος που όλο αποθρασύνεται από τα νέα ζιζάνια, τους νέους θάμνους, πρέπει να αλλάζω συνέχεια δρόμο κι ενδεχομένως να χαθώ, να ξενυχτίσω γλείφοντας το ρύγχος κάποιου κάπρου, για να βρω το νέο μονοπάτι που ούτε φεγγάρι το φωτίζει ούτε το καλό το παλικάρι ήξερε να μου πει στο αυτί. Χάνομαι, χάνομαι, αλλά πάντα κάτι στο τέλος βρίσκω. Και εν τω μεταξύ, κινούμαι. Κι όσο κινούμαι, ζω. Το προτιμώ χίλιες φορές από τη λιπαρή ακινησία.

Τη σιγουριά, το λίμνασμα του ισχυρόφρονα ανθρώπου που είναι πάντα ΠΑΣΟΚ ή Ν.Δ., και αναγάγει τις συμφεροντολογικές ανοησίες σε πίστεις, και αντιαισθητικώς μπερδεύει τα πρώτα με τα δεύτερα. Βαριέμαι τους άτεγκτους, τους κολλημένους, τους λεβεντομαλάκες. Μ’ αρέσουν οι λοξοί και παθιασμένοι ανθρωποι -ακόμα κι όταν με αδικούν, στην τελική είναι οι μόνοι που με καταλαβαίνουν.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Μακάρι να ‘ξερα. Ισως επειδή αισθάνομαι ότι κλείνει η δημοσιογραφική χρονιά και οτιδήποτε πάει να ειπωθεί δεν έχει την αξία της τελείας. Κάθε Αύγουστο τα θέματά μας καίγονται: τι να πεις που δεν είναι ξεπέτα, τι να γράψεις που να μην εξαχνώνεται σε τόση ζέστη.

Ας είμαστε λοιπόν λιγάκι ειλικρινείς: πειθήνια γεμίζω το χώρο μου. Δεκάρα δεν δίνω αν αυτά που λέω σήμερα έχουν νόημα, αξία ή διαρκούν. Θέλω να κοιμηθώ κάτω από ένα αρμυρίκι. Θέλω να διαβάσω κάτι αξιότερο από τις μαλακίες της δουλειάς. Θέλω να σβήσω τα παλιά. Θέλω να ακούσω το αίμα μου να τραγουδάει πάλι. Θέλω να θέλω.

_____________

Σημείωση: Υπομονή αύριο ίσως αλλάξει γνώμη… και συμβάλει όχι σε απολύσεις αλλά σε προσλήψεις δημοφιλών bloggers

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: