Βέρα

Και ήταν τόσο παράξενη αυτή η γυναίκα, ή μάλλον και οι δυο τους ήταν παράξενες μέσα στο φως του μεσημεριού… Η γυναίκα και η «μάγισσα»!

Image Hosted by ImageShack.us
Η Μυρσίνη ποτέ δεν είχε καλές σχέσεις με τη …βέρα της! Όχι ότι ήθελε να το παίζει ελεύθερη και ωραία , απλά δεν ήταν η γυναίκα που θα εγκλωβιζόταν στα κλισέ. Προσπάθησε να εξηγήσει αυτή τη σκέψη της στον Γιάννη αλλά αυτός δεν της έδωσε και την πρέπουσα σημασία. Έκανε τόσα χρόνια υπομονή… με ή χωρίς τη βέρα της.

«Γιάννη μου , γενικά δεν μ αρέσουν οι ταμπέλες, θεωρητικά σε μεγάλο βαθμό, πρακτικά δεν ξέρω, αν το καλοσκεφτείς όλοι με ταμπέλες ζούμε, νέος ή γέρος, παντρεμένος ή όχι, με σπουδές ή δίχως, οικονομικά ευκατάστατος ή φτωχός και άλλα πολλά.» , ήταν τα λόγια της Μυρσίνης στην προσπάθειά της να πείσει ότι δεν ήθελε να φοράει τη βέρα τους.
Και η Μυρσίνη προχωρούσε ένα βήμα παραπάνω με τα λόγια της να ακούγονται σαν μαχαιριά στα αυτιά του Γιάννη.
«Η παρθενιά μου ταμπέλα που φρόντισα να ξεφορτωθώ νωρίς, να μη στιγματίζει τη συμπεριφορά μου και να μη δίνει δικαίωμα στους ενδιαφερόμενους του άλλου φύλου να με χαρακτηρίζουν ανάλογα με την ύπαρξή της ή όχι. Ανόητο ίσως γιατί και το μη παρθένα πάλι ταμπέλα δεν είναι;»
Αυτές οι λέξεις δεν άρεσαν στο Γιάννη. Προσπαθούσε να καταλάβει ποιο το βαθύτερο νόημα των λόγων της Μυρσίνης. Μετά από 10 χρόνια γάμου να κουβεντιάζουν για τη βέρα τους…!!!!
Ακάθεκτη η Μυρσίνη συνέχισε:
«Όταν ήρθε ο γάμος μας τη βέρα τη φορούσα. Γιατί; Ως ένδειξη της δέσμευσής μου απέναντι στην επιλογή μου. Ίσως και για να ξορκίσω τα πνεύματα του παρελθόντος να μη με ενοχλούν πλέον, κοίτα τώρα είμαι παντρεμένη, τέλος, εδώ δεν χωράν αστεία…Στην εγκυμοσύνη αν θυμάσαι η βέρα βγήκε, όχι γιατί κάτι άλλαξε αλλά λόγω φυσιολογικών αλλαγών: από πολύ νωρίς πρήξιμο φοβερό που δεν επέτρεπε στο συμβολικό δαχτυλίδι να παραμείνει στο παράμεσο του δεξιού χεριού, βγήκε όπως βγήκε και κάθε άλλο κόσμημα ακόμα και το ρολόι, τίποτα δεν δεχόμουν.»

 

«Μα αγάπη μου τότε κανείς δεν σου είπε τίποτα» προσπάθησε να απαντήσει ο Γιάννης.

«Ναι αγάπη μου άλλα όταν είδες ότι δεν επανερχόταν το σώμα μου στην αρχική του κατάσταση και δεν μου έμπαινε η βέρα τότε τι έκανες; Την έβγαλές και εσύ!!! Γιατί μου λες, αφού την έβγαλες εσύ, θα τη βγάλω και εγώ. Παρόλα που στο εξήγησα. Οι αρθρώσεις πεισματικά να παραμένουν στα γνωστά, βάρος μπορεί να χάσεις αλλά τα κόκαλα αν ανοίξουν δεν ξαναπηγαίνουν εκεί που ήταν πριν! Το πήρα και εγώ απόφαση λοιπόν βέρα δεν θα προσπαθούσα να φορούσα, τι θα άλλαζε έτσι κι αλλιώς, η πραγματικότητά μου ήταν πιο κραυγαλέα από το δαχτυλίδι, φορούσα δε φορούσα η κατάσταση ήταν η ίδια.»

Ο Γιάννης δεν έβλεπε με καθόλου καλό μάτι αυτή την έκρηξη της Μυρσίνης. Κάτι προσπαθούσε να πει η Μυρσίνη αλλά ακόμη δεν είχε καταλάβει.

Και να που ήρθε η ώρα να σκάσει η βόμβα!
« Αγάπη μου να ξέρεις ότι σε αγάπησα. Τα προβλήματα του γάμου μας τα ξέρεις. Δεν θα τα αναλύσουμε πάλι. Απλά σου λέω ότι φεύγω από τη ζωή σου και από την Ελλάδα. Μου πρότειναν από τη δουλειά μια πολύ καλή θέση στην Αγγλία. Δέχτηκα. Αλλά, πριν φύγω πήγα τη βέρα στο κοσμηματοπωλείο και την άνοιξα, να χωράει πλέον έστω και στο αριστερό χέρι, μην την ανοίξετε πολύ θα σας πέσει λέει η κοπέλα, είδα το ταξίδι σαν μια νέα αρχή… !!! Ναι αυτό που άκουσες θα κάνω νέα αρχή φορώντας τη βέρα μας!!! Σαν μια αφορμή να ανασυγκροτήσω τις προσωπικές μου θέσεις, να επανεξετάσω συμπεριφορές, γεγονότα, αισθήματα και προοπτικές και θα ξεκινήσω με τα «απ’ έξω»…με τη βέρα!»

Το σοκ του Γιάννη ήταν τέτοιο που τίποτα δεν μπόρεσε να πει.
Σε λίγες ημέρες η Μυρσίνη είχε φύγει φορώντας τη βέρα και αφήνοντας πίσω της μια αίτηση διαζυγίου.

Στο αεροπλάνο τη γύρναγε στο δάχτυλό της , αναλογιζόταν τη πορεία της μέσα στο γάμο, λυπημένες στιγμές πολλές, ανικανοποίητο και πόνος, ευτυχισμένες; Πολύ λίγες, σκέφτηκε με τρόμο, που να ψάξει να βρει τη χαρά στη πορεία του γάμου, στη διαδικασία της τελετής, στο γαμήλιο ταξίδι, στα λιγοστά επόμενα ταξίδια των διακοπών, στα ήσυχα συντροφικά βράδια, στις εξόδους τις νυχτερινές, που, που;

« Μα, ας μην τα σκέφτομαι τώρα αυτά, ας κάνω την αυτοκριτική μου να δω που έκανα το λάθος, τι με παίρνει έστω και τώρα να δω αλλιώς,. Όταν γυρίσω με τα καλό ξανά πίσω στην Ελλάδα θα βάλω τα πράγματα σε νέα βάση» οι σκέψεις της Μυρσίνης στο αεροπλάνο.
Και οι σκέψεις ερχόταν βροχή.
«Ω, τι ωραία πλάνη! Θαρρείς και η βέρα θα κάλυπτε τα χρόνια της μοναξιάς και θα έσβηνε τη πικρή γεύση των μοναχικών βραδιών, θαρρείς και στην ανάμνηση της μοναχικής μου φιγούρας που περνά τα καλοκαιρινά βράδια στο μπαλκόνι ταξιδεύοντας ανάμεσα στ’ αστέρια θα είχε τη δύναμη να προσθέσει την παρουσία του συντρόφου, τότε που μόνη στο σκοτάδι μετρούσα τα κομμάτια και το πώς έκανα έτσι τη ζωή μου, πως κατάφερα να την περάσω στην απέναντι όχθη και εγώ δεν πρόλαβα να ανέβω στη βάρκα, και έμεινα εδώ να την κοιτώ, θαρρείς και είναι η ζωή μιας άλλης, και περιμένω τον καιρό να περάσει, κάποτε θα ρθει η ώρα για να «φύγω»… για να γεννηθώ κάποια φορά ξανά, να «ξανάρθω» και τότε να σαι σίγουρη έλεγα δεν θα ξαναχάσω τη βάρκα, η απαραίτητη πλάνη της δεύτερης φοράς όταν έχεις πια κουραστεί, όταν πια δεν έχεις τη δύναμη να παλέψεις με το κύμα και αφήνεσαι να σε παίρνει όπου αυτό τραβά, εξάλλου η ζωή είναι τόσο μικρή, κάποτε θα τελειώσει…»

Μετά από μερικές μέρες στην Αγγλία η Μυρσίνη γνώρισε τον Μιχάλη. Με τη βέρα στο χέρι βεβαίως! Ήταν η πρώτη φορά που η βέρα έφερνε τύχη στη Μυρσίνη.
Να που ήρθαν και πάλι οι ευτυχισμένες μέρες στη ζωής της. Με τη βέρα!!!

Απόγευμα! Ο Μιχάλης απουσίαζε αυτή την εβδομάδα (επαγγελματικές υποχρεώσεις), η Μυρσίνη μόνη στο Λονδίνο.
Περίπατος.
Σκέψεις.
«Με τη βέρα λοιπόν, εδώ, μακριά, στο δάχτυλο, για να θριαμβεύσει για άλλη μια φορά μια αιώνια αλήθεια, πως τέτοιοι συσχετισμοί είναι το λίγο λίγο ανόητοι! … ανεδαφικοί συναισθηματισμοί που ο πρώτος αέρας θα τους διαλύσει, ποια σχέση η πορεία των ανθρώπων με τα στρογγυλά μαλαματένια κομμάτια, ποια η σχέση των μελλούμενων με τις αλυσίδες που περνάμε στο κορμί μας; Φορώντας τη βέρα γνώρισα τον Μιχάλη φορώντας το «βαρύ» αποδεικτικό στοιχείο που δηλώνει τη θέση μου στο κόσμο των πολλών… να ξεφύγω, να πετάξω γι αλλού και τίποτα πια δεν με κρατά στο χώμα, ούτε η βέρα ούτε τα σημάδια της…»

Παρέα με αυτές τις σκέψεις εμφανίστηκε αυτή η γυναίκα…

Η Μυρσίνη περπατούσε να πάει στη στάση του λεωφορείου, μεσημέρι, ήλιος καυτός, συνήθεια άσχημη να περπατά και να μη βλέπει στην ευθεία του ορίζοντα,

(ο Yalom στο «η θεραπεία του Σοπενάουερ» γράφει για έναν ήρωά του ότι ο εβραίος πατέρας του τον επέπληττε καθώς θεωρούσε ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από έναν άνθρωπο που περπατά σκυφτός, σα να είναι ο χαμένος της ζωής )

και καθώς δεν είναι και καμιά ψηλή η Μυρσίνη , μπορεί να δει σε μια απόσταση 1,5-2 μέτρων μπροστά από εκείνη.
Το πεζοδρόμιο καθαρό, ερχόταν μια γυναίκα απ την αντίθετη κατεύθυνση, μόλις έφθασε μπροστά της σκύβει και σηκώνει κάτι από το πεζοδρόμιο, άρχισε κάτι να λέει στη Μυρσίνη. Σαν μάγισσα έμοιαζε αυτή η γυναίκα.
Σκούρο δέρμα, δεν ήταν αφρικανή, περισσότερο με αλγερινή ή τσιγγάνα έμοιαζε, κατάλαβε ότι κάτι την ρωτούσε είχε το χέρι της ανοιχτό μπροστά στη Μυρσίνη, έδειχνε στη παλάμη της μια βέρα χρυσή!
Η Μυρσίνη δεν μπορούσε να καταλάβει.

«Μα που ήταν η βέρα, εγώ δεν είδα τίποτα να γυαλίζει! Ένα κόσμημα στο δρόμο με τον ήλιο ψηλά δεν είναι εύκολο να περάσει απαρατήρητο!»
και πριν ολοκληρώσει το συλλογισμό της , ρωτούσε η γυναίκα, κρατώντας το χρυσό, πλατύ, βαρύ δαχτυλίδι
«δικό σας είναι κυρία μου;» το ‘δειχνε, έδειχνε το χαραγμένο όνομα στο εσωτερικό και μίλαγε.
Η Μυρσίνη τα ‘χασε,!

Από το πουθενά μια βέρα χαμένη που βρέθηκε και η δική της βέρα που δεν ήταν χαμένη έχει «χαθεί» μες της ψυχής τα κύματα!

«Όχι» , της λέει η Μυρσίνη , «δεν είναι δική μου»
Επέμενε αυτή, την έδειχνε ξανά και ξανά, την προσπέρασε η Μυρσίνη αφήνοντάς τη μόνη να μουρμουρίζει… τράβηξε για τη στάση του αστικού λεωφορείου.
Στη στάση καθόταν στη μόνη σκιά στη γωνιά που σχηματίζει ο κεντρικός δρόμος με ένα σοκάκι μεσαιωνικό, θα χαν περάσει 10-15’, να την άξαφνα από πίσω της από το σοκάκι, μα πως; αφού είχε φύγει στην αντίθετη κατεύθυνση, πως βρέθηκε πίσω της –προφανώς έκανε το κύκλο, που ήξερε όμως που να βρει και πάλι την Μυρσίνη ; –
Ξαναρωτά με πείσμα για το δαχτυλίδι, «όχι» να της λέει με πείσμα η Μυρσίνη , εκεί αυτή! …
Θύμωσε! το «όχι» της επίμονο όπως και οι φωνές της μάγισσας , σώνει και καλά να παραδεχτεί ότι το δαχτυλίδι ήταν δικό της…

Με θυμό και οργή η Μυρσίνη παίρνει τη βέρα από την παράξενη γυναίκα. Την γυρίζει και διαβάζει ποιο όνομα έγραφε στο εσωτερικό της η βέρα.
Πάγωσε!
«Μιχάλης»
Και εκείνη ακόμη φορούσε τη βέρα που έγραφε «Ιωάννης»

Υ.Γ. Μετά από μερικές ώρες έμαθε ότι ο Μιχάλης δεν θα επέστεφε ποτέ ξανά στην Αγγλία. Δάκρυσε για τη «βέρα» της «μάγισσας». Σαν η άρνησή της να πάρει τη βέρα της «μάγισσας» να σήμανε και το τέλος του Μιχάλη στη ζωή της !!!

_____________________________________________


Image Hosted by ImageShack.us

Λόγια και σκέψεις για ένα κομμάτι μέταλλο. Ο συμβολισμός της βέρας και ο αμείλικτος ρεαλισμός της ζωής.
Σκότωσε τα σύμβολα και απλά ζήσε.
Ζήσε!
Και μην περιμένεις να συναντήσεις καμία μάγισσα με «βέρα».
Βρες τη «βέρα» της ζωής!
Μέταλλο σκληρό και τόσο απολαυστικό.
Να ρε αξίζει αυτή η γαμημένη «βέρα» της ζωής.

 

Image Hosted by ImageShack.us

One thought on “Βέρα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: